εὐθυντής

εὐθυντής
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ευθυντής — εὐθυντής, ὁ (Α) [ευθύνω] εύθυνος …   Dictionary of Greek

  • εὐθυνταί — εὐθυντής masc nom/voc pl εὐθυντός capable of being straightened fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθυντοῦ — εὐθυντής masc gen sg εὐθυντός capable of being straightened masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθυντά — εὐθυντά̱ , εὐθυντής masc nom/voc/acc dual εὐθυντής masc voc sg εὐθυντής masc nom sg (epic) εὐθυντός capable of being straightened neut nom/voc/acc pl εὐθυντά̱ , εὐθυντός capable of being straightened fem nom/voc/acc dual εὐθυντά̱ , εὐθυντός… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθυντάς — εὐθυντά̱ς , εὐθυντής masc acc pl εὐθυντά̱ς , εὐθυντής masc nom sg (epic doric aeolic) εὐθυντά̱ς , εὐθυντός capable of being straightened fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευθυντικός — εὐθυντικός, ή, όν (Α) [ευθυντής] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ευθύνη ή «τὰς εὐθύνας» τών αρχόντων («λόγος εὐθυντικός», «δικαστήριον εὐθυντικόν») …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.